Άρθρο – Εκτίμηση της απόδοσης του εξοπλισμού μας μετά από δύο εβδομάδες φωτογράφισης άγριας ζωής στα Orkney Islands, Scotland, UK

Άρθρο – Εκτίμηση της απόδοσης του εξοπλισμού μας μετά από δύο εβδομάδες φωτογράφισης άγριας ζωής στα Orkney Islands, Scotland, UK

Γυρίσαμε από αυτό το ταξίδι, το οποίο σίγουρα είναι το πρώτο από μιά σειρά ταξιδιών που σκοπεύουμε να κάνουμε αν έχουμε την υγεία μας. Με το σκεπτικό αυτό, μιά συζήτηση για ορισμένα τεχνικά θέματα ίσως αποδειχθεί χρήσιμη όχι μόνο για εμάς αλλά και για όσους θα ήθελαν να έρθουν / κάνουν κάποτε σε κάτι παρόμοιο.

Μετά από 13 μέρες φωτογράφισης το μόνο σίγουρο είναι πως έχεις βγάλει και κάποια συμπεράσματα σχετικά με τον εξοπλισμό που χρησιμοποίησες αλλά και γενικώτερα, τί θα ήθελες να έχεις και δεν είχες όπως και τί κουβάλαγες μαζί σου και τελικά δεν σου χρειάστηκε. Σημαντικές παρατηρήσεις μάλλον, ειδικώς διότι πρώτη φορά εμπλακήκαμε σε αυτό το σενάριο, της στοχευμένης αλλά συνεχούς φωτογράφησης.

Κατ’ αρχήν, επειδή τα είχαμε διοργανώσει όλα μόνοι μας και δώσαμε στο ταξιδιωτικό γραφείο σαφείς οδηγίες τί θέλουμε, υπήρχε η αγωνία μήπως έχουμε ξεχάσει τίποτα ή έχουμε υπολογίσει κάτι λάθος. Ευτυχώς, αυτό δεν συνέβη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε και μόνοι μας να κάνουμε τον σχεδιασμό μιας τέτοιας φωτογραφικής εξόρμησης. Να πούμε εξαρχής, ότι ένα τέτοιου μεγέθους (και, γιατί όχι; κόστους) εγχείρημα, θέλει πολύ μελέτη, τουλάχιστον επί ένα εξάμηνο.

Πήραμε την ιδέα από αλλού, αλλά η μελέτη που κάναμε ήταν εξονυχιστική. Οπως και φωτογράφοι τοπίων, διαβάσαμε ποιά είναι τα ενδιαφέροντα μέρη, είδαμε φωτογραφίες τους πολύ προσεκτικά, πήραμε και την ανεκτίμητη βοήθεια του google earth και έτσι καταφέραμε να φτιάξουμε στο μυαλό μας το πώς θα κινηθούμε, πού θα πρέπει να μείνουμε και τί διαδρομές θα κάνουμε. Ολα αυτά είναι σημαντικά όταν έχεις 13 μέρες όλες και όλες με τουλάχιστον 8 σημεία που θες να επισκεφθείς και δεν έχεις την πολυτέλεια να μάθεις τον χώρο επιτόπου. Δεν πήραμε αναλύσεις των διαδρομών, αλλά ξέραμε π.χ. ότι το Castle o’Burrian είναι περίπου 500-800 μέτρα από το σημείο που σταματάει οποιαδήποτε πρόσβαση αυτοκινήτου. Το πώς ήταν το μονοπάτι βέβαια το μάθαμε επί τόπου.

 

MNP-3953mp

 

Ολα αυτά δούλεψαν στην εντέλεια λοιπόν, οι αποστάσεις από τα θέματά μας ήταν πάνω-κάτω αυτές που περιμέναμε, ο καιρός ο αναμενόμενος (μιά-δυό μέρες ήλιο μας τις χρωστάει όμως) οπότε από εκεί και πέρα, το αν πήραμε αυτό που θέλαμε ή όχι εξαρτάται από εμάς τους ίδιους αλλά και τον εξοπλισμό μας. Εμείς, τα καταφέραμε, δύσκολα ή εύκολα, και τις διαδρομές βγάλαμε, και το κρύο αντέξαμε και τα πολύωρα καρτέρια μας κάναμε. Είχαμε κάποιες μικροατυχίες όπως το χτυπημένο πόδι της Μαρίνας, αλλά ακόμη και αυτό δεν μας καθυστέρησε σε τίποτα (είχαμε και το mini – φαρμακείο μας). Για εμάς, το ταξίδι, από φωτογραφικής απόψεως ήταν επιτυχές, με την έννοια ότι κάτω από δύσκολες συνθήκες πήραμε τις φωτογραφίες που θέλαμε και μπορεί να μην ήταν οι καλύτερες ποιοτικά, αλλά ήταν οι καλύτερες που θα μπορούσαμε να έχουμε πάρει κάτω από τις συγκεκριμένες φωτιστικές συνθήκες που, όπως ήδη έχουμε αναφέρει εκτενώς, κάθε άλλο παρά ιδανικές ήταν. Δεν είχαμε λάθος εκφωτίσεις, δεν είχαμε χαμένα θέματα, δεν είχαμε προβλήματα που δεν λύσαμε – αυτό, για μάς, περνιέται στα πολύ θετικά στοιχεία, μιά που πολλές φορές χρειάστηκε να αλλάξουν ρυθμίσεις ακαριαία (μεγάλο σχολείο αυτό).

 

4PM9075mp

 

Ο φωτογραφικός εξοπλισμός ήταν σίγουρα πολύς και ογκώδης. Ουσιαστικά, από τις τέσσερεις ευμεγέθεις τσάντες που κουβαλούσαμε, οι τρεις ήταν γεμάτες εξοπλισμό, είτε φωτογραφικό είτε υποστηρικτικό (laptop, φορτιστές, κάρτες μνήμης, μπαταρίες, εξωτερικοί σκληροί, καλώδια κ.λ.π.). Εξαιρούμε τους περιορισμούς που θέτουν οι αεροπορικές εταιρείες (τον οποίο ξεπερνάς πληρώνοντας παραπάνω) μιά και την επόμενη φορά θα πάμε με αυτοκίνητο μέχρι την βόρεια Σκωτία και από εκεί με καράβι (μάλλον Hoy και Westray) αν έρθουν και άλλα παιδιά από το φόρουμ.

 

Το “πολύς” και “ογκώδης” αφορά την μεταχείρισή του επί τόπου και τους περιορισμούς που μας έθετε όταν για παράδειγμα θέλαμε μιά γρήγορη μετακίνηση ή να τους μεταφέρουμε από ή προς το δωμάτιο. Αποδείχθηκε, σε πρώτη φάση, ότι όλοι οι μεγάλοι φακοί χρειάστηκαν (Sigma 800mm f/5.6, Sigma 120-30mm f/2.8, Nikkor 300mm f/2.8) και ότι ουσιαστικά δεν χρειαστήκαμε άλλον φακό, δηλαδή δεν μας έλειψε κάποιο εστιακό μήκος επί τόπου. Πρέπει να λάβετε υπόψη ότι ο σχεδιασμός του τί θα έρθει μαζί μας αφορά δύο φωτογράφους και όχι έναν, οπότε μερικά πράγματα που και βάρος έχουν και όγκο πιάνουν (π.χ. τρίποδα και gimbal heads) θα έρθουν λογικά εις διπλούν. Μαζί με μία κανονική κεφαλή για τοπίο, αυτά πιάνουν ήδη μία τσάντα (με τα φίλτρα, φορείς, remote trigger κ.λ.π.). Ισως μιά πιό λογική κατανομή θα υπαγόρευε τον συνδυασμό 800 + 400 + 300 +70-200 αλλά κάποιος θα έπρεπε να χειριστεί έναν ακόμη φακό των 7 κιλών in the field. Για την Μαρίνα, αυτός ο φακός είναι στα όρια αντοχής της, τόσο στο κουβάλημα, όσο και στον χειρισμό, ενώ εγώ είχα ήδη τον 800άρη με τα 6+ κιλά του. Αφού γυρίσαμε σπίτι, κάναμε τον απολογισμό μας και καταλάβαμε ότι θα πρέπει να αποφασίσουμε ποιό θα είναι το κιτ των τηλεφακών που θα ταξιδεύει μαζί μας ώστε αφενός μεν να έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και να μην περισσεύουν φακοί που θα κάθονται σπίτι. Αυτό είναι το πρώτο θέμα το οποίο θα θέλαμε να συζητήσουμε, και θα το παρουσιάσουμε σε ένα πίνακα ώστε να μπορέσετε να βγάλετε και εσείς κάποια συμπεράσματα.. Εφόσον καταφέρουμε να καθορίσουμε τα μεγέθη και τα εστιακά μήκη, θα προχωρήσουμε σε πωλήσεις και αγορές ώστε να βρεθούμε εκεί που θέλουμε. Η ενασχόληση με αυτόν τον τύπο φωτογραφίας πρέπει να είναι απόλυτα επαγγελματική και λεπτομερώς υπολογισμένη ακόμη και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Αναρωτιόμαστε βέβαια αν υπάρχει “ερασιτεχνικό” επίπεδο όταν μιλάς για τέτοια ταξίδια..

 

4D72142

 

Οι μηχανές άψογες όσον αφορά τις αντοχές τους, έφαγαν την δέουσα βροχή, έκατσε πάνω τους η πρωϊνή άχλη και γενικά δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με την συμπεριφορά τους, όπως και οι φακοί. Είχαμε κάποιους ενδοιασμούς για κάποιους φακούς οι οποίοι δεν είναι weather sealed αλλά εν γένει όλοι απέδωσαν όπως έπρεπε. Είχαμε μαζί μας και δύο καινούργιους φακούς τον Sigma 35mm f/1.4 και τον Sαmyang 24mm f/3.5 T/S από τους οποίους ο μεν πρώτος χρησιμοποιήθηκε αρκετά / πολύ ενώ ο δεύτερος πολύ λιγώτερο μιά και το τοπίο ήταν σαφώς σε δεύτερη μοίρα.

 

Από εκεί και πέρα, στην καθεαυτό φωτογράφηση πουλιών, όσον αφορά τα στατικά θέματα ουδέν πρόβλημα, πήραμε όσα οι συνθήκες και οι αποστάσεις επέτρεπαν. Τα εστιακά μήκη σίγουρα ήταν αρκετά αν και, κάποιες στιγμές, ο 300άρης θα κέρδιζε αρκετά με 100 επιπλέον mm. Γενικά, ο φακός που θα ήταν ιδανικός για δεύτερος φακός (δηλαδή πρώτος φακός για την Μαρίνα) ήταν ο 400άρης ως εστιακό μήκος, αλλά όχι ως μέγεθος ή βάρος. Πιστεύω ότι με την χρήση TC μπορεί να έχασε κάτι σε ποιότητα (θεωρητικό αυτό, για τις συνθήκες που μιλάμε) αλλά κέρδισε σε ευελιξία πολύ περισσότερα.

 

Οσον αφορά τις στιγμές δράσης όπου περνάγαμε από AF-S σε AF-C όλες οι μηχανές, με όλους τους φακούς συμπεριφέρθηκαν διαφορετικά από το πώς μας είχαν συνηθίσει στις δοκιμές που κάναμε έπί ένα μήνα πριν. Να αναφέρω επί τροχάδην ότι αυτές οι δοκιμές αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμες μιά και είχαμε κατασταλλάξει σε διάφορες ρυθμίσεις των μηχανών που τις δουλεύαμε πλέον “αυτόματα” και μας έδωσαν κάποιες στιγμές δράσεις που αλλιώς θα χανόντουσαν, μέχρι να βρούμε τί έπρεπε να κάνουμε. Αυτό το συνιστούμε ανεπιφύλακτα και προτείνουμε την χρήση γλάρων για την εκπαιδευτική περίοδο.

 

Από την άλλη πλευρά όμως, η εστίαση δεν λειτούργησε όπως είχε λειτουργήσει στις δοκιμές. Είχαμε σημαντικές καθυστερήσεις στο κλείδωμα της εστίασης, ακόμη και από φακούς που είναι χαρακτηριστικά γρήγοροι όπως ο Nikkor AFS 300mm f/2.8 και ο Nikkor 70-200mm f/2.8 VRII. Μιλάμε για μερική ή και ολική αδυναμία “κλειδώματος” της εστίασης που κάποιες στιγμές έφτανε στο χάσιμο του θέματος. Τα ίδια – και ίσως και χειρώτερα – στο θέμα του tracking. Κάποιες στιγμές είχαμε άριστη ανταπόκριση και κάποιες άλλες είχαμε μιά εκνευριστική αδράνεια, και μάλιστα σε σημαντικά θέματα. Το hunting, που σπανίως είχαμε παρατηρήσει στις δοκιμές αλλά και στις επισκέψεις στα διάφορα reserves, εκεί έκανε θραύση.

 

Αρκετές φορές ήταν πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε τους λόγους για αυτές τις αστοχίες, ένα χαρακτηριστικό θέμα ήταν άσπρες σούλες με φόντο το σκούρο μπλε νερό όπου η μηχανή αδυνατούσε να εστιάσει πάνω στο πουλί ακόμη και σε παρακολούθηση (panning) αρκετών δευτερολέπτων με τον Sigma 800mm f/5.6 και το θέμα “καρφωμένο” στο κεντρικό σημείο. Δεν είναι ότι θεωρώ τον εαυτό μου τον “γκουρού” του αθλήματος αλλά σίγουρα θεωρώ ότι στις συγκεκριμένες φάσεις, οι δικές μου κινήσεις ήταν άψογες και ότι οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις δεν έγιναν επειδή η μηχανή δεν μπορούσε να καταλάβει πού ήθελα να εστιάσει επειδή το θέμα “μετακινιόταν” μεταξύ των αισθητήρων στο καρρέ. Απλά, αρνιόταν να κάνει ο,τιδήποτε. Ακόμη και όταν άφηνα το κουμπί εστίασης, συνεχίζοντας το panning και το ξαναπάταγα, ο φακός άλλοτε έπαιρνε μπροστά και άλλοτε όχι. Αυτό δεν συνέβη μία μόνο φορά αλλά αρκετές / πολλές και μάλιστα σε διάφορες συνθήκες φωτισμού, ακόμη και με ηλιοφάνεια. Δεν συνέβη όμως ποτέ όταν το πουλί κινείτο με φόντο το γρασίδι ή τον ουρανό, για παράδειγμα.

 

G6K3469

 

Είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για εμάς, ειδικά επειδή σχεδιάζουμε και άλλες εκδρομές με παρόμοια θεματολογία και όπως και να το κάνουμε, δεν δέχεσαι να σε κρεμάει έτσι το σύστημα εστίασης της μηχανής σου. Δεν σας κρύβουμε ότι προσεχώς θα δοκιμάσουμε την Canon 5D Mk III παράλληλα με τις δικές μας για να δούμε αν υπήρχε κάτι στις εκεί συνθήκες που επηρρέασε αρνητικά τα συστήματα εστίασης των Nikon ή αυτό που είδαμε αντικατοπτρίζει την διαφορά στα συστήματα των δύο μηχανών, στην οποία περίπτωση δεν αποκλείεται ακόμη και η μετακίνησή μας στο στρατόπεδο της Canon. Θεωρούμε απολύτως απαραίτητη την αναβάθμιση του συστήματος εστίασης της Nikon και μάλιστα το ταχύτερο. Δεν δικαιολογείται τέτοιος βαθμός αστοχίας σε τέσσερα σώματα των 4500+ Ευρώ έκαστον. Απλή αλήθεια.

 

Πέραν τούτου, οι μηχανές, εξαιρουμένου του θέματος που αναφέραμε, όταν κλείδωναν ένα θέμα το “κλείδωναν” άριστα, με άψογη παρακολούθηση και τετράδες ή πεντάδες άψογα εστιασμένων φωτογραφιών. Η συμπεριφορά τους στα ψηλά ISO που χρησιμοποιήθηκαν πολύ καλή αλλά.. Υπάρχει ένα “αλλά” που το είχαμε συζητήσει και εδώ κατά καιρούς αλλά “βγήκε” στην επιφάνεια και στα Orkney και μάλιστα με καθολική παραδοχή. Οι δύο γρήγορες μηχανές (Nikon D3s, Nikon D4) ήταν – προφανώς – οι μηχανές επιλογής όταν υπήρχε κίνηση ή θέμα με δράση. Οταν όμως υπήρχε στατικό θέμα, αποδείχθηκε για άλλη μιά φορά ότι η Nikon D3x ήταν πολύ σκληρή για να πεθάνει. Σε ISO μέχρι 800 η μηχανή απέδιδε σαφώς καλύτερα των άλλων δύο, έστω και σε ταχύτητες εξωφρενικά αργές – και εδώ θα αναφερθώ σε μία φωτογραφία ενός θηλυκού κορμοράνου στην φωλιά του, ζεσταίνοντας τα μικρά του. Η συγκεκριμένη φωτογραφία πάρθηκε με ταχύτητα 1/50 και 800mm και είναι η φωτογραφία με την περισσότερη λεπτομέρεια. Μόλις είδα την εξαιρετικά αργή ταχύτητα έβαλα τον 800άρη στην D4 διότι θα ήταν αδύνατον με 1/50 να βγάλω την σκηνή που θέλαμε και οι δύο, δηλαδή τον γονέα κορμοράνο να ταΐζει τα μωρά του, προαλέθοντας το φαΐ τους. Αυτά τα πράγματα δεν ξέραμε πόσο γρήγορα γίνονται αλλά εφόσον θα υπήρχε οποιαδήποτε κίνηση, η D3x αποκλειόταν.

 

_G6K4955

 

Το συμπέρασμα όμως είναι πως αν μιλάμε για στατικά θέματα και υπάρχει έστω και κάποιο φως (όχι κατ’ ανάγκη καλό, απλά αρκετό) η μηχανή επιλογής είναι η D3x (γενικώτερα, μηχανές με μεγάλη ανάλυση και πολύ καλά χαμηλά ISO). Είναι προς συζήτηση βέβαια το πόσο σημαντική είναι αυτή η παρατήρηση μιά και όταν είσαι ενώπιος ενωπίω με την φύση, τα πράγματα μεταβάλλονται ταχύτατα και η σκηνή που νόμιζες για στατική γίνεται δυναμική μέσα σε δευτερόλεπτα. Επειδή δε η αλλαγή 800άρη από την D3x στην D4 παίρνει πάνω από 5-6 δευτερόλεπτα (δρώντας ακαριαία και χωρίς να υπολογίζεις σκόνες κ.λ.π.) όλη η δράση θα έχει τελειώσει πριν αλλάξεις σώμα. Με βάση αυτό, η δική μου φιλοσοφία ήταν να φοράω τον 800άρη κατά προτίμηση στην D4 και μόνον όταν είχα σιγουρευτεί ότι το θέμα είναι στατικό να κάνω την αλλαγή σε D3x. Αντίθετα, η Μαρίνα έδωσε περισσότερες φωτογραφικές ευκαιρίες στην D3x.

 

Οι μηχανές είναι ρυθμισμένες διαφορετικά για τον καθένα μας, μια και ο καθένας “βολεύεται” με άλλον τρόπο. Τα διαφορετικά σετ ρυθμίσεων δημιουργούν ένα πρόβλημα αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσεις μηχανή του άλλου, μα αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά (το αποφεύγουμε όσο μπορούμε). Εν ολίγοις, και οι δύο τραβάμε σε RAW (NEF), lossless compression, 14-bit αρχεία, οι D3x σε ρύθμιση (συνήθως) AF-S (μονή εστίαση), μονό σημείο εστίασης, μονή λήψη. Εν αντιθέσει οι “γρήγορες” D3s και D4, είναι σε συνεχή εστίαση (AF-C), πολλών σημείων 9 ή 21 (αλλά με τα χάλια που είδαμε, τα δοκιμάσαμε όλα, και ξαναγυρίσαμε σε αυτά), λήψη ριπής πάντα.

 

Εκτός λοιπόν από τις γενικές ρυθμίσεις που ήταν περίπου ίδιες, προχωράμε στις υπόλοιπες που διέφεραν. Στις δικές μου μηχανές (D3x / D4) εστίαση με το AF-on, απεμπλοκή του κουμπιού λήψης από την εστίαση, Auto ISO (μέγιστο ISO 3200 στην D4 και 800 στην D3x, ελάχιστη ταχύτητα 1/1600 στην D4 και 1/1250 στην D3x). Εννοείται ότι ταχύτητες και διαφράγματα άλλαζαν κατά περίσταστη, οπως και το compensation, ανάλογα με την φωτεινότητα του θέματος απέναντι στο φόντο. Η Μαρίνα προτίμησε πιό κλασσικές μεθόδους, φιξάροντας τα ISO (D3s: ISO 2500 και D3x: ISO 800) και δουλεύοντας εν πολλοίς με manual ρυθμίσεις ενώ για εστίαση δεν είχε απενεργοποιήσει το κουμπί απελευθέρωσης του κλείστρου, δούλευε δηλαδή και με το AF-ON αλλά και με το εμπρός κουμπί. Εννοείται το προτεραιότητα διαφράγματος για μένα. Δεν είδαμε σημαντικές αστοχίες μεταξύ των δύο διαφορετικών σετ ρυθμίσεων, ακόμη και σε δύσκολες καταστάσεις, όπως π.χ. η φωτογράφιση των θαλασσοκοράκων όπου παίζαμε από +0,3 μέχρι +1 EV.

 

3PM3796mp

 

Στατιστικά τώρα, τραβήξαμε περί τις 21.000 φωτογραφίες, γεμίζοντας τελείως σχεδόν και τους δύο εξωτερικούς σκληρούς των 500 GB που είχαμε πάρει μαζί μας. Κάθε βράδυ είχε κατέβασμα στον ένα σκληρό και ανά τρεις ημέρες, αντιγραφή όλου του περιεχομένου του και στον δεύτερο, οι κάρτες γινόντουσαν format καθημερινά. Από τις 21.000 φωτογραφίες, οι 9.000 τραβήχτηκαν με την D3s, οι 6.500 με την D4, 3.500 με την D3x της Μαρίνας και 2000 με την D3x την δικιά μου. Η Μαρίνα είχε αναλάβει δύο θέματα (καυγάδες αρπακτικών με σούλες και πτήσεις guillemots, puffins και razorbills) οπότε δικαιολογούνται πολλές λήψεις ριπής που ανέβασαν τον συνολικό αριθμό λήψεων.

 

Ο περισσότερο χρησιμοποιημένος φακός ήταν ο Nikkor AFS 300mm f/2.8 (μετά ή άνευ TC) ακολουθούμενος από τους Sigma 800mm f/5.6 και Sigma 120-300mm f/2.8. Σε “δεύτερη μοίρα” ακολουθούν οι Nikkor 70-200mm f/2.8 VR II και ο Tamron 180mm f/3.5 macro σε ρόλο τηλεφακού όμως. Πιό λίγο (αν και αυτό σημαίνει εκατοντάδες λήψεις) χρησιμοποιήθηκαν οι Nikkor 16-35mm f/4 VR και Sigma 35mm f/1.4 (με εξαιρετικά αποτελέσματα) αλλά και ο Nikkor 14-24mm f/2.8. Οι Nikkor 24-70mm f/2.8, Zeiss Plannar 100mm f/2, Samyang 24mm f/3.5, Sigma 15mm f/2.8 fisheye και Nikkor 50mm f/1.8 χρησιμοποιήθηκαν σπάνια μεν, αλλά για φωτογραφίες που δεν έβγαιναν αλλιώς.

 

Τέλος, σπίτι είχαν μείνει οι Nikkor 400mm f/2.8, Sigma 500mm f/4.5 (λόγω μη ιδανικής οπτικής ποιότητας), Samyang 85mm f/1.4 (προτιμήθηκε ο Zeiss λόγω δυνατότητας κοντινής εστίασης), Sigma 20mm f/1.8, Sigma 28mm f/1.8 και Sigma 12-24 mm.

 

Συζητώντας τώρα για ένα πλήρες οπλοστάσιο δύο ατόμων, φτιάξαμε τους ακόλουθους δύο πίνακες. Στον πρώτο είναι οι ιδιότητες των long tele φακών που μας ενδιαφέρουν σύμφωνα με την δική μας αξιολόγηση από την χρήση τους (οι δύο φακοί με μπλέ στοιχεία δεν είναι στην κατοχή μας, αναφέρουμε ό,τι ξέρουμε για αυτούς).

 

 

lens01

Στον δεύτερο πίνακα, αναγράφονται τέσσερεις συνδυασμοί φακών, και τα εστιακά μήκη που καλύπτουν με την χρήση μόνον του TC 1.4x, για άριστη ποιότητα εικόνας. Δύο από αυτούς τους συνδυασμούς έχουν το μειονέκτημα του μεγάλου βάρους, αλλά αν υποθέσουμε ότι η κουβέντα οδηγεί προς τα εκεί, τί να κάνουμε, θα θυσιαστεί η Μαρίνα (εγώ ούτως ή άλλως το ίδιο βάρος θα κουβαλάω). Το ερώτημα λοιπόν είναι, ποιός συνδυασμός δουλεύει καλύτερα (πιθανολογούμε τώρα, μόνον η δράση θα μας το αποδείξει) και επιτυγχάνει το να μην “κάθεται” κανείς από τους δύο μας επειδή το θέμα είναι πολύ μακριά ή πολύ κοντά ή κινείται γρήγορα. Θέλουμε δηλαδή δύο “ισοδύναμα” πακέτα που να είναι μεν συμπληρωματικά, αλλά να είναι και γενικής χρήσεως. Το κάθε πακέτο, θεωρητικά, θα πρέπει να “καλύπτει” ένα φωτογράφο άγριας φύσης που πάει για φωτογραφία μόνος του.. αυτό είναι το ένα ζητούμενο. Το άλλο ζητούμενο είναι να μην είναι οι ίδιοι φακοί (σαν εστιακά μήκη) ώστε όταν οι δύο φωτογράφοι είναι στο ίδιο σημείο να υπάρχουν φακοί που προσφέρουν διαφορετικά πλεονεκτήματα. Ναι, και εμείς έχουμε μπερδευτεί.

 

lens02

 

Σκεφτήκαμε να βάλουμε και τον περιοριστικό παράγοντα ότι θα πρέπει να χωράνε (οι μεγάλοι τηλεφακοί) σε δύο τσάντες σαν και αυτές που χρησιμοποιούμε, αλλά μάλλον ζητάμε πάρα πολλά. Μιά σκέψη, για το επόμενο ταξίδι, είναι να πάμε με αυτοκίνητο το οποίο θα είναι φίσκα στα φωτογραφικά ή, αν η διαδρομή περιλαμβάνει και αεροπλάνο, να στείλουμε τους τηλεφακούς ασφαλισμένους με κάποια μεταφορική και να πάμε εμείς με τα “λιμά” – εννοείται ότι και την μεταφορά τους πίσω στο Manchester θα την αναλάβει η ίδια μεταφορική.

 

Γεώργιος Ι. Ρεκλός & Μαρίνα Πάρχα